Η βιολογική επεξεργασία των λυμάτων προϋποθέτει υγρασία, οξυγόνο και θερμότητα. Την υγρασία παρέχουν τα ίδια τα λύματα. Το οξυγόνο μεταφέρεται στο εσωτερικό της δεξαμενής με τη βοήθεια δύο ανεμιστήρων: ενός που λειτουργεί με τη βοήθεια του αέρα και ενός που αξιοποιεί την ηλιακή ακτινοβολία. Ο εξαεριστήρας αυτός αποθηκεύει ενέργεια κατά τη διάρκεια της ημέρας ενώ λειτουργεί και την νύχτα. Και οι δύο ανεμιστήρες είναι τοποθετημένοι στην οροφή της καμπίνας που είναι διπλοπύθμενη. Στην οροφή καταλήγουν και οι τέσσερις σωλήνες - γωνίες της καμπίνας που λειτουργούν σαν αεραγωγοί συνδέοντας την με τη δεξαμενή των λυμάτων.

Αυτοί οι εξαεριστήρες δημιουργούν ένα σταθερό ρεύμα αέρος από την καμπίνα -μέσω της οπής της λεκάνης- προς την δεξαμενή, και από εκεί, μέσω των σωλήνων, προς την οροφή και την ατμόσφαιρα. Η παροχή άφθονου οξυγόνου προς τα λύματα καθιστά την όλη διαδικασία άοσμη καθώς δεν επιτρέπει την επιστροφή των αναθυμιάσεων στο εσωτερικό της καμπίνας. Επιπλέον, το συνεχές αυτό ρεύμα αέρος εξατμίζει το νερό της δεξαμενής μειώνοντας τον όγκο των λυμάτων. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το 95% των τελευταίων, είναι νερό αντιλαμβάνεται κανείς ότι η βιολογική τουαλέτα BIOWC είναι προορισμένη για πολλές χρήσεις.

Η διαδικασία οξείδωσης των λυμάτων ξεκινά με την εισαγωγή του οξυγόνου. Η διεργασία αυτή αυξάνει τη θερμοκρασία της δεξαμενής κατά δέκα βαθμούς C σε σχέση με το περιβάλλον, γεγονός που ενισχύει το ρεύμα αέρος προς την ατμόσφαιρα. Την ίδια στιγμή, η ηλιακή θέρμανση της οροφής, των σωλήνων και της δεξαμενής της τουαλέτας επιταχύνει την οξείδωση των λυμάτων και την εξάτμιση του νερού ενισχύοντας παράλληλα το ρεύμα αέρος. Το καινοτόμο στοιχείο επομένως στη λειτουργία της βιολογικής τουαλέτας έγκειται στην αερόβια επεξεργασία των ανθρώπινων λυμάτων.